Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Η αποθήκη

Στο πατρικό μου στο υπόγειο υπάρχει μια αποθήκη. Δυο δωμάτια είναι, ένα μεγάλο τετράγωνο και ένα πολύ μικρότερο ορθογώνιο. Ολόγυρα άσπροι τοίχοι με μια λευκή ξύλινη πόρτα να τα χωρίζει. Εκεί σύχναζα με τον αδερφό μου. Κατεβαίναμε πολλές φορές και ψάχναμε με τις ώρες στοίβες βιβλίων. Η μυρωδιά της –η μούχλα και η κλεισούρα απλωνόταν παντού– δεν μας πτοούσε. Η ίδια η ηλικία μας μας προέτρεπε να την αγνοούμε επιδεικτικά. Ο αριθμός όμως των βιβλίων ήταν πραγματικό εμπόδιο. Έπρεπε να παλεύεις ώρες μαζί τους για να βρεις, αν τα κατάφερνες, κάτι που να σ’ αρέσει. Βλέπεις, τα περισσότερα ήταν βιβλία για μεγάλους και τα χλευάζαμε. Κάποτε όμως ζητωκραυγάζαμε βουβά. Κάπου ανάμεσα στα βιβλία των μεγάλων φαινόταν να ξεχωρίζει κάποιο δικό μας που μας καλούσε να το ανασύρουμε σαν άλλοι διασώστες. Κάποιες φορές είχαμε δίκιο. Τότε, όλο λαχτάρα τρέχαμε στο σπίτι για να το ξεφυλλίσουμε. Κάποιες φορές αστοχούσαμε. Και αρχίζαμε πάλι από την αρχή να παλεύουμε με τα βιβλία των μεγάλων. Ώσπου, αποκαμωμένοι από τον αγώνα, βάζαμε το χέρι στην τσέπη, βγάζαμε το κλειδί, κλειδώναμε και ανηφορίζαμε προς το σπίτι μονολογώντας:


-Αύριο κάτι θα βρούμε.


Και σαν παιδιά ανέμελα που ήμαστε αρχίζαμε ξανά το παιχνίδι.


Μα τώρα που τα σκέφτομαι, θαρρώ πως εκεί απέκτησα την άσβεστη επιθυμία να πετυχαίνω τους στόχους μου. Και αυτήν την επιθυμία θα ήθελα να πάρουν και οι γιοι μου.

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Η αυλή

Κατεβαίναμε με ορμή τα σκαλιά. Κάποιες φορές στρίβαμε αριστερά. Κάποιες δεξιά. Όπως κι αν επιλέγαμε, μπαίναμε στην αυλή. Δύσκολα, βέβαια, θα την αποκαλούσες έτσι. Βρισκόταν στο έλεος του χρόνου, απεριποίητη, άγρια. Γονιός δε θ’ άφηνε το παιδί του να παίξει εκεί μέσα. Σκουπίδια και μπάζα συναντούσες παντού. Δέντρα ακλάδευτα τσακώνονταν με περικοκλάδες θεριεμένες κι ατίθασες και όλα μαζί σκέπαζαν τα πάντα. Όσον αφορά το ζωικό βασίλειο, πάντα έπεφτες πάνω σε μύγες, σφήκες, ενίοτε και σε ποντίκια. Τίποτε το ωραίο. Τίποτε το καλύτερο.

Αν για τους άλλους ήταν όλα αυτά, για μας ήταν ο δικός μας χώρος για ατέρμονη εξερεύνηση. Εκεί ζήσαμε όλα όσα διαβάζαμε στα βιβλία για τους μεγάλους εξερευνητές. Μαγγελάνος, Βάσκο ντε Γκάμα, Κολόμβος. Ήταν η δικιά μας αχαρτογράφητη περιοχή. Αυτό ήταν το καθήκον μας. Να γνωρίσουμε, να πατήσουμε κάθε γωνιά αυτού του άγριου τόπου. Να ανέβουμε σε κάθε δέντρο, να χωθούμε σε κάθε θάμνο, να τρυπώσουμε σε κάθε δωμάτιο του ετοιμόρροπου πατρικού της μάνας μας. Κάθε βήμα γεμάτο προσμονή για το άγνωστο. Κάθε βήμα γεμάτο χαρά για την κατάκτηση.

Και η αυλή δε τσιγκουνεύτηκε. Μας δόθηκε με πάθος. Τα δώρα της τα θυμάμαι ακόμα. Θυμάμαι, και είμαι σίγουρος πως θυμάται και ο αδελφός μου αν και δεν το κουβεντιάζουμε ποτέ, κάθε καινούρια ανακάλυψη. Θυμάμαι και τη χαρά που τη συνόδευε. Μα πιο πολύ θυμάμαι την προσμονή για τις επόμενες ανακαλύψεις. Αυτή δεν την ξέχασα ποτέ.

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Η Σύνθεση

Λιλά. Ένα χρώμα που το έμαθα από σένα. Από τα πέταλα της ορχιδέας που σου αγόρασα. Τη στόλιζε έξοχα. Έδενε, ακόμα, μ’ αυτό που βρισκόταν στα πόδια της: λίγα κλωνάρια χλωρού σταριού παρέα με λεπτοκαμωμένα φύλλα κισσού, που έμοιαζαν να προσπαθούν να ανέβουν ψηλότερα μα να μην μπορούν. Και από πίσω το ωραιότερο. Το φόντο των γυμνών λευκών κλαδιών. Γι’ αυτά σου αγόρασα τη σύνθεση. Για τα γυμνά, γεμάτα με το λευκό χρώμα κλαδιά που γέμιζαν το χώρο πίσω από την ορχιδέα. Γιατί πέρα από το κόκκινο, αυτό είσαι εσύ για μένα.

Το λευκό.