Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Οπτική γωνία

Αγανάκτηση
Δε μου ‘φτανε που αποκοιμήθηκα κι έτρεχα σαν τρελός να κατέβω από το τρένο, είχα και το ζευγαράκι να με καθυστερεί! Να κατεβαίνω με τη βαλίτσα στο ένα χέρι και την εφημερίδα στο άλλο κι αυτός να ανεβαίνει αργά αργά λες και μετρούσε τα σκαλοπάτια! Το τρένο να σφυρίζει, να στριμώχνομαι, να προσπαθώ να περάσω —μα δεν μπορούσε να μαζευτεί λίγο;— κι από πίσω του να ‘ρχεται η άλλη, η τρελή, που απ’ τη βιασύνη της να τον προφτάσει κόντεψε να με γκρεμίσει! Μου ‘δωσε και μια στο χέρι έτσι όπως τεντώθηκε να πιάσει το δικό του. «Σιγά, κοπέλα μου!» της φώναξα, αλλά πολύ που έδωσε σημασία! Είχε γυρίσει ο λεγάμενος και της χαμογελούσε, βλέπεις! Εμένα θα πρόσεχε;

Αφήγηση
Γύρισε μια στιγμή και κοίταξε πίσω του μήπως τη δει να έρχεται. Μάταια. Το τρένο σφύριζε… «Δε θα ‘ρθει» σκέφτηκε. Δεν μπορούσε να την περιμένει άλλο. Άρχισε να ανεβαίνει στο βαγόνι αργά αργά. Εφτά μήνες τώρα που ήταν μαζί ζητούσαν ευκαιρία να περάσουν μια ολόκληρη νύχτα οι δυο τους κι αυτός τα είχε όλα καταστρέψει. «Την αγαπάω… Το ξέρει ότι την αγαπάω…» έλεγε μέσα του. Ανέβαινε μηχανικά τα σκαλιά. Δίπλα του στριμωχνόταν ένας κοντός ανθρωπάκος με μια τεράστια βαλίτσα που προσπαθούσε να κατέβει. «Πού πας χωρίς εμένα, αγοράκι;» άκουσε πίσω του τη φωνή της. Ένιωσε το άγγιγμά της στο χέρι του. «Μάτια μου» είπε «ήρθες!». Γύρισε και της χαμογέλασε.

Τηλεφωνικός διάλογος
- Το παράκανες, βρε Άννα μου! Είπαμε να τον «ψήσεις» λίγο, αλλά όχι να καείς κι εσύ! Ίσα που πρόλαβες ν’ ανέβεις. Άσε που κόντεψες να γκρεμίσεις και τον ανθρωπάκο!
- Ποιον ανθρωπάκο, καλέ;
- Τι ποιον ανθρωπάκο, παιδί μου; Δεν κατέβαινε ένας κοντός ξερακιανός από το βαγόνι εκείνη τη στιγμή; Χαμπάρι δεν πήρες; Καλά, ήσαστε πολύ αστείοι! Εσύ να τρέχεις, να πέφτεις πάνω του, αυτός να παραπατάει, κάτι να σου λέει – που αν σε έβρισε δίκιο είχε, δηλαδή – κι ο Γιάννης να σου χαμογελάει! Δε μου λες, το πίστεψε πως κόλλησες στην κίνηση;

Αοριστίες
Δεν κατάλαβα τι έγινε. Κάτι φωνές άκουσα πίσω μου και είδα δυο άντρες στριμωγμένους στα σκαλοπάτια και μια γυναίκα που ανέβαινε. Τώρα, ανέβαιναν, κατέβαιναν οι άντρες; Δεν ξέρω να σου πω. Ο ένας φώναζε κι ο άλλος μου φαίνεται χαμογελούσε. Δεν είμαι σίγουρος, μπορεί να κάνω και λάθος, αλλά μου φαίνεται πως ο ένας ήταν μαζί με τη γυναίκα. Τελοσπάντων, μετά πήγα στο βαγόνι μου. Δεν είδα τι έγινε παρακάτω.