Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Με τα μάτια του Ήφαιστου

Τη στιγμή που ο Μινώταυρος έπεφτε νεκρός από το σπαθί του Θησέα, είδα στα μάτια του, που έσβηναν, τη λύτρωση. Ο θάνατος δε θα μπορούσε να αποδειχθεί γι’ αυτόν σκληρότερος από την ίδια τη ζωή.

Τον παρακολουθούσα χρόνια. Αυτόν κι άλλους σαν κι αυτόν… κι άλλους σαν εμένα. Δεν είναι εύκολο να είμαι άσχημος και σακάτης, μόνος εγώ απ’ όλους τους θεούς. Την πίκρα μου γι’ αυτό που είμαι, για εκείνο που δεν είμαι, την κάνω θλίψη για πλάσματα περιφρονημένα... Γιατί δεν αρμόζει σ’ έναν θεό να οικτίρει τον εαυτό του.

Μωρό ήταν ακόμα ο Μινώταυρος όταν ο Μίνωας τον έκλεισε στον λαβύρινθο, για να κρύψει την ντροπή που η γυναίκα του, η Πασιφάη, ερωτεύτηκε έναν ταύρο και ζευγάρωσε μαζί του. Δε ζήτησε ποτέ να πιει αίμα ανθρώπου· του το έμαθαν. Πρώτα μόνο αίμα κι ύστερα, καθώς μεγάλωνε, και σάρκα ανθρώπινη. Δεν είχε κάτι άλλο να φάει, τίποτε άλλο να πιει. Σιγά σιγά έγινε το τέρας που έβλεπαν όσοι τον είδαν να γεννιέται.

Άνθρωπος δεν υπήρξε που να βρήκε το κουράγιο να τα βάλει μαζί του. Αφύσικα ψηλός, μπράτσα δυνατά σαν το ατσάλι, πόδια σφιχτά και στέρεα, δύναμη ταύρου. Και δυο παχιά κέρατα, μεγάλα όσο τα χέρια του. Έφτανε να τον αντικρίσει κανείς για να παραδοθεί στο έλεός του. Πολλές φορές αρκούσε μόνο η φωνή του, αυτός ο βρυχηθμός ο βγαλμένος λες από τα έγκατα της γης.

Κι όσο πιο πεινασμένος τόσο πιο αδίστακτος, τόσο πιο ανηλεής. Το ‘ξερε αυτό ο Μίνωας. Γι’ αυτό, κάθε φορά που περίμενε τους νέους της Αθήνας, τον άφηνε μέρες πολλές χωρίς τροφή. Τον έβλεπα τότε να τριγυρνάει τρελαμένος στους διαδρόμους της φυλακής του, να χτυπάει τους τοίχους με τα κέρατά του, με τις γροθιές του, να ματώνει… Αν τα μάτια του ήταν ανθρώπινα, ίσως και να τον έβλεπα να κλαίει…

Τι ήταν, τελικά, περισσότερο; Άνθρωπος; Ζώο; Το σπαθί του Θησέα τον έκοψε ακριβώς εκεί που το κεφάλι του ταύρου έσμιγε με το ανθρώπινο κορμί.