Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Καλοκαιρινή μέρα

Πρωί. Για την ακρίβεια, ξημερώματα καλοκαιρινής μέρας. Ο ήχος ακούγεται οικείος αλλά και παράταιρος, ανοίκειος θα έλεγα. Σε αιφνιδιάζει καθώς σε ξυπνά ιδρωμένο πάνω στα σεντόνια. Στην αρχή δεν καταλαβαίνεις την ύπαρξή του, μα τον ακούς ολοένα και πιο καθαρά. Απορείς, δεν καταλαβαίνεις τι είναι. Ύστερα, όταν υποχωρήσει η θολούρα του ύπνου, σε ξαφνιάζει. Ειδικά όταν συνειδητοποιείς πως δεν είναι ένα ψιλόβροχο, μα μια πραγματική καταιγίδα.

Αργότερα βλέπεις τα απομεινάρια. Ίχνη διαγράφονται καθαρά στους δρόμους, στα πεζοδρόμια, στα αυτοκίνητα. Παντού νερό. Οικεία σκηνή μα και παράταιρη, ανοίκεια. Εικόνες άλλης εποχής, άλλου καιρού. Κι όμως είναι εκεί. Τα μάτια σου αδιάψευστοι μάρτυρες.

Τελικά κατά το μεσημέρι όλα έχουν γίνει οικεία. Η λαμπρότητα του ήλιου, η ζέστη, η οσμή του αέρα που ορμά στα ρουθούνια σου, η δική σου νωθρότητα· όλα μαρτυρούν το καλοκαίρι. Μόνο κάποιες λακκούβες υγρές, που ο απρόσεκτος διαβάτης δε θα τις προσέξει, λαμπυρίζουν και μαρτυρούν τη μοιχεία που διαπράχτηκε το ξημέρωμα.

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Εύχομαι


Εύχομαι –να ξέρεις ότι δεν το περίμενα ποτέ μου να το ευχηθώ, να όμως που το εύχομαι– εύχομαι, λοιπόν, να πίστευα στον θεό. Όχι να πήγαινα στην εκκλησία του ή να τηρούσα τις εντολές του ή να 'ξερα ακόμα ποιος είναι, ο Αλλάχ, ο Βούδας ή κάποιος άλλος. Όχι, τίποτα απ' αυτά. Εύχομαι απλώς να πίστευα στην ύπαρξή του. Θα μου 'φτανε. Θα ήλπιζα ότι θα σε δω ξανά. Τούτο θα απάλυνε τον πόνο μου.

Μα δεν μπορώ. Μόνος, άθεος, πασχίζω να σε κρατήσω μέσα μου. Είναι το μόνο μέρος που υπάρχεις τώρα. Κι εκεί όμως σαν δέντρο μεγάλο, τρανό, που όλα του τα φύλλα έχουν γίνει άλλα κίτρινα και άλλα πορτοκαλιά και πέφτουν μέσα στο φθινόπωρο, έτσι κι εσύ φυλλορροείς. Πασχίζω πολύ, μ΄όλη μου τη δύναμη να τα μαζέψω. Μα ο άνεμος, οι άνθρωποι που διαβαίνουν από κάτω, αδιάφοροι για τον δικό μου πόνο, τα στέλνουν άλλα από 'δω κι άλλα από 'κει. Αν τουλάχιστον πήγαιναν όλα στην ίδια μεριά να είχα μια ελπίδα. Μα...

Έτσι ξεγλιστράς. Το δέρμα μου –πρώτα ήσουν παντού κάτω από το δέρμα μου, μόνο εσύ και το δέρμα μου υπήρχε– αδειάζει. Κι αλίμονο, την απουσία σου δεν τη γεμίζει κάτι άλλο...
 

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Ο Κισσός και η Κοπέλα

Κισσός. Πράσινος. Κοπέλα. Λευκή. Ο πράσινος κισσός ανεβαίνει στα πόδια της λευκής κοπέλας. Τυλίγεται. Ελίσσεται γύρω από τη μέση της, γύρω από την κοιλιά της, διαγώνια σκεπάζει το κλωνάρι το δεξί μαστό. Ένα φύλλο προσπαθεί να καλύψει τον αριστερό. Πίσω από την πλάτη δύο νέα κλωνάρια φύονται. Καθένα τυλίγει κι από ‘να χέρι. Μονάχα λαιμός και πρόσωπο απομένουν ξέσκεπα.

Πράσινο και λευκό. Νικητής το πράσινο.

Άνεμος. Άχρωμος. Αρσενικός. Ορμά και τα φύλλα του κισσού πάλλονται. Σχηματίζουν ορθή γωνία με το σώμα. Το αριστερό στήθος φαίνεται καθαρά πια. Το χαϊδεύει ο άνεμος.

Πράσινο και λευκό. Νικητής το λευκό.

Άνεμος. Ημερεύει. Τα φύλλα ξαναπέφτουν. Σκεπάζουν και πάλι το κορμί.

Πράσινο και λευκό. Νικητής το πράσινο. Για την ώρα.