Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Πανσέληνος

Διαβάζεις κλισέ απόψε.
Ερωτευμένοι πιασμένοι χέρι χέρι να κυνηγούν το φεγγάρι.
Διαβάζεις για το πώς αισθάνονται.
Διαβάζεις κι άλλα γνωστά.

Μα εγώ θέλω κάτι άλλο να μάθω.
Πώς αισθάνονται αυτοί που αναζητούν τον έρωτα.
Αυτοί που δεν ερωτεύτηκαν ποτέ.
Αυτοί που τους απέρριψαν.
Αυτοί που είναι μόνοι.


Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Ο πρόσφυγας

Σε μια γωνία στην Πάτρα ένας πρόσφυγας καθόταν οκλαδόν, λες και είχε βαλθεί να ξεπεράσει τα αγάλματα σε ακινησία, απέναντι από ένα κατάστημα παιχνιδιών. Οι αγκώνες του ήταν χωμένοι στους μηρούς του, το σαγόνι χωμένο στις παλάμες του. Ήταν μία συνηθισμένη γωνία: φτιαγμένη από κακόγουστες πολυκατοικίες και ξεχαρβαλωμένα πεζοδρόμια· μα είμαστε στην Πάτρα και αυτό σημαίνει πως πού και πού βλέπεις και κανένα νεοκλασικό, κάποιες φορές ανακαινισμένο, κάποιες όχι.

Σε αυτή τη συνηθισμένη γωνία καθόταν, λοιπόν, οκλαδόν ένας πρόσφυγας κοιτώντας έντονα μια παιδική βιτρίνα. «Τι κοιτά;» αναρωτιόμουν όσο τον πλησίαζα. Ήταν άντρας, σαφώς νεότερος από μένα, αλλά όχι και τόσο για να βλέπει με τόσο ενδιαφέρον ένα κατάστημα παιχνιδιών. Ήταν κι η ώρα τέτοια που ήταν κλειστό και δεν είχε ψυχή μέσα.

Κανονικά θα τον πλησίαζα διακριτικά, ελπίζοντας ότι μια γρήγορη ματιά θα αρκούσε για να καταλάβω τι έβλεπε. Μα —θες οι σκέψεις μου, θες ένας υποσυνείδητος ρατσισμός που αρνούμαι να παραδεχτώ, θες ο χαρακτήρας μου— δεν άλλαξα το βήμα μου. Συνέχισα στον ίδιο ρυθμό και γύρισα όσο πιο αδιάκριτα μπορούσα. Στο βάθος μια τηλεόραση έπαιζε κινούμενα σχέδια.

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Η πένα


Η πένα αιωρείται λίγο πάνω από το χαρτί. Αιωρείται αρκετή ώρα, αρκετή για να στάξει μελάνι· όχι αρκετή όμως για να αποφασίσει να ακουμπήσει το χαρτί. Μένει εκεί όχι γιατί δεν έχει ιδέες, όχι γιατί δεν έχει συναισθήματα· μα γιατί δεν ξέρει πώς να τα εκφράσει.

Υπάρχουν στιγμές που τρέχει. Χορεύει στο χαρτί στους ρυθμούς των λέξεων και σταματά μόνο για να βυθιστεί στο μελάνι. Κι έπειτα πάλι από την αρχή χορός ασταμάτητος. Δεν παίρνει ανάσα. Αλλά ο χορός είναι συνηθισμένος, τετριμμένος, δίχως ίχνος πρωτοτυπίας.

Κάποιες φορές, λίγες είναι η αλήθεια, μένει ώρα πολλή ακίνητη, ακουμπισμένη στο μελανοδοχείο, μέχρι να χορέψει παθιασμένα χορούς πρωτότυπους, που πρώτη φορά έχει χορέψει πένα πάνω σε χαρτί.

Μα σήμερα είναι διαφορετικά. Ούτε χορεύει χορούς συνηθισμένους ούτε χορεύει χορούς πρωτότυπους. Στέκεται ακίνητη, λίγο πάνω από το χαρτί και παλεύει. Το μελάνι στάζει, αλλά αυτή δε σαλεύει. Παλεύει να κάνει λέξεις αυτό που αισθάνεται, παλεύει να μην είναι μόνο πρωτότυπο μα κυρίως να είναι αληθινό, πιστό στα συναισθήματά της. Παλεύει να πάψει να είναι μια συνηθισμένη πένα, να γίνει κάτι άλλο, κάτι καλύτερο, να γίνει όπως αυτά που νιώθει το χέρι που την κρατά για την κοπέλα στο απέναντι μπαλκόνι.

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Σαράντα

Σαράντα. Ο μεγάλος μου γιος είναι δεκατριών και προσπαθώ να θυμηθώ πώς ένιωθα εγώ για τα σαράντα τότε στα δεκατρία. Μου φάνταζε κατόρθωμα! Σίγουρα πίστευα ότι θα ήμουν γέρος. Μια μικρή μου φίλη με φωνάζει: «Παππού!». Μα να, είμαι εδώ πιο γερός από ποτέ. Όσο και αν κάποιες άσπρες τρίχες, δυσδιάκριτες ακόμα, ισχυρίζονται άλλα...

Σαράντα και νιώθω πως ακόμα είμαι στην αρχή. Κάποιες φορές. Κάποιες αναρωτιέμαι για τον δρόμο που έχω πάρει. Δεν ξέρω αν μετανιώνω για λάθη που έκανα. Δεν ξέρω αν έχω το θάρρος να τα δω. Μα ονειρεύομαι ακόμα. Όχι σαν παιδί. Τα όνειρα πλέον είναι προσγειωμένα, εφικτά, ώριμα.

Ας είναι καλά η πείρα. Αυτό απολαμβάνω περισσότερο. Δεν πνίγομαι με το καθετί. Και το καινούριο δεν είναι και τόσο καινούριο πια· το συνήθισα. Ξέρω ότι θα το κατακτήσω, ότι θα γίνει κι αυτό παλιό.

Μα όση πείρα κι αν έχεις, φοβάσαι. Φόβοι που δεν έχεις όταν είσαι δεκατριών· μα έχεις σαν είσαι σαράντα. Φόβοι που δεν μπορείς να τους δείξεις στον δεκατριάχρονο. Κάποιες φορές η λέξη πατέρας είναι περισσότερο θηλιά παρά δύναμη. Και ο δεκατριάχρονος γιος σου δεν μπορεί να το καταλάβει. Ίσως σε μερικά χρόνια. Ίσως ποτέ...

Τι σημαίνει τελικά πάτησα τα σαράντα; Μια ευκαιρία για αναδρομή στη ζωή σου; Εδώ δεν προλαβαίνω την καθημερινή ρουτίνα... πιθανότατα δε σημαίνει τίποτα. Ένα άλλο αυθαίρετο αριθμητικό ορόσημο μάλλον. Όποιο νόημα και να δώσω εξαρτάται από μένα και τις επιλογές μου. Μου εύχομαι, λοιπόν, κάποια από τα όνειρά μου να πραγματοποιηθούν ή τουλάχιστον να υπάρχει ένας πολύ καλός λόγος αν δε συμβεί. Και περιμένω το απρόοπτο...

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Η πλατεία

Στη γειτονιά που μεγάλωσα υπάρχει μια πλατεία μικρή, εκεί που θα έπρεπε κανονικά να υπάρχει πολυκατοικία. Γωνιακό οικόπεδο, φιλέτο αναξιοποίητο την εποχή που όλοι έχτιζαν. Για λόγους ανεξήγητους έγινε πλατεία. Κούνιες, γύρω γύρω όλοι, ημικυκλικό μονόζυγο, τέσσερα παγκάκια περιμετρικά, κάποια δέντρα και η καθιερωμένη τότε γούρνα που έτρεχε ασταμάτητα νερό. Γέμισε αμέσως παιδιά. Ήταν το στέκι μας.

Τα χρόνια πέρασαν, κι αν και ερήμωσε, στέκει ακόμα. Κάποιοι έφηβοι κάποιες φορές μαζεύονται· μα κι αυτοί φαίνονται παράταιροι. Στην πραγματικότητα ακόμα και τότε είναι άδεια. Και διαφορετική. Χορτάριασε, κάτι ακατόρθωτο στην εποχή μου, αφού όλο μπάλα παίζαμε. Πού να αφήσουμε χόρτο ήσυχο! Οι κούνιες ήταν το παραμυθένιο τέρμα μας, ενώ το μονόζυγο και το γύρω γύρω όλοι ούτε που μας ενοχλούσαν.

Μα ο καιρός περνά, τα πράγματα αλλάζουν. Τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει από τον χρόνο. Χρόνια μετά περπάτησα ξανά μέσα στην πλατεία. Είναι παράξενο πώς, ενώ μεγαλώνεις, τα πράγματα γύρω σου μικραίνουν. Πώς το τεράστιο γήπεδο, μου φάνηκε μια πλατεία μικρή που μπορούσα να τη διασχίσω με δυο δρασκελιές. Πώς δε χρειαζόταν πια να τεντώσω το χέρι μου για να φτάσω το οριζόντιο δοκάρι. Πώς το μονόζυγο που πάντα το φοβόμουν το πέρναγα σε μπόι.

Κάθε βήμα, μια ανάμνηση. Κάθε βήμα και ζούσα πάλι το παρελθόν. Το καλύτερο γκολ που είχα βάλει, τα γυαλένια, έναν καλό τσακωμό του αδερφού μου, έναν γείτονα να περνά σαν πίθηκος τις καμάρες που περιστοιχίζουν την πλατεία. Πολλά. Πράγματα που έχουν αξία μόνο για μένα. Πράγματα που φανερώνονταν μόνο σε μένα με κάθε βήμα.

Είναι εύκολο να παρασυρθείς από τις μνήμες σου. Να πιστέψεις ότι είναι πιο σπουδαίες από ό,τι είναι, να πιστέψεις ότι είσαι καλύτερος από τους νεώτερους. Είναι μόνο αναμνήσεις. Τίποτε άλλο. Αν είσαι τυχερός, θα έχεις μια πλατεία μικρή να τις περπατήσεις πάλι. Αν είσαι άτυχος, όχι.

Κάπου εκεί βγήκα έξω. Περίμενα τη γυναίκα μου για να πάμε για ψώνια και είχα σταθεί να τη δω να ξεπροβάλλει από το βάθος. Μα μου την έφερε για ακόμα μια φορά. Ήρθε από τον πίσω δρόμο γελώντας που την αναζητούσα αλλού. Χαλάλι της. Σημασία έχει ότι ήρθε για να φτιάξουμε μαζί νέες αναμνήσεις.

Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Πρωτοχρονιάτικο

Πήγαινα στη Δευτέρα δημοτικού όταν ανακάλυψα πως δεν υπάρχει ο Άγιος Βασίλης. Αφορμή στάθηκαν οι διαμαρτυρίες του συμμαθητή μου του Κωνσταντίνου, όταν η δασκάλα μάς έβαλε να γράψουμε γράμμα στον άγιο για να ζητήσουμε το δώρο μας:
  • Και πώς γίνεται να πετάνε οι τάρανδοι; 
  • Εμένα μου το είπε ο μπαμπάς μου ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης και οι γονείς δε λένε ψέματα!
  • Και πώς προλαβαίνει και πηγαίνει σε όλα τα παιδιά του κόσμου το ίδιο βράδυ; Αυτά είναι παραμύθια!

Εκείνο το μεσημέρι γύρισα σπίτι προβληματισμένη. Κάτι τα επιχειρήματα του Κωνσταντίνου (ειδικά αυτό με τους τάρανδους με τάραξε πολύ) κάτι η απάντηση της δασκάλας (εντάξει, Κωνσταντίνε, εσύ να πιστεύεις όσα σου είπε ο μπαμπάς σου και οι άλλοι ας πιστεύουν τους δικούς τους γονείς), με είχαν βάλει σε σκέψεις. Η μαμά με διαβεβαίωσε πως όσα έλεγε ο συμμαθητής μου ήταν ανοησίες. Ο Άγιος Βασίλης υπήρχε και θα μου το αποδείκνυε!

Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς αφήσαμε ένα μελομακάρονο πάνω στο τζάκι δίπλα στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, όπως κάναμε κάθε χρόνο. Ήταν κέρασμα για τον Αϊ-Βασίλη. «Να δεις που ο άγιος θα το φάει και φέτος» είπε η μαμά. «Και ξέρεις κάτι; Αν έρθει πριν κοιμηθείς, μπορεί να ακούσεις το καμπανάκι που χτυπάει απ’ το έλκηθρό του.» Αυτό ήταν! Αποφάσισα να μείνω ξύπνια όσο χρειαζόταν και να περιμένω τον Αϊ-Βασίλη. Κι ήμουν τυχερή, γιατί δεν πέρασε πολλή ώρα και άκουσα το καμπανάκι! Πετάχτηκα από το κρεβάτι κι έτρεξα στο σαλόνι. Βρήκα τη μαμά μπροστά στο τζάκι να κοιτάζει μέσα στην καμινάδα. «Κρίμα! Για λίγο δεν τον πρόλαβες! Να, βλέπεις; Έφαγε και το μελομακάρονο!» μου είπε κι έδειξε το άδειο πιατέλο. Πλησίασα στο τζάκι μήπως μπορέσω να δω έστω την μπότα του.
- Αχ, όχι! φώναξα. Το μελομακάρονο του έπεσε στη φωτιά!

Την επομένη πήγαμε με τη μαμά και τον μπαμπά επίσκεψη στη γειτόνισσα, την κυρία Βάσω, να της ευχηθούμε για την ονομαστική της εορτή. Πήρα επίτηδες μαζί μου την κούκλα που μου είχε φέρει ο Άγιος Βασίλης, ίδια κι απαράλλαχτη μ’ αυτή που είχα ζητήσει στο γράμμα. Ήξερα ότι θα ερχόταν κι ο Κωνσταντίνος, γιατί η κυρία Βάσω ήταν γιαγιά του. Κάθισα, λοιπόν, δίπλα στη μαμά, έφαγα την καρυδόπιτα που με κεράσανε και περίμενα τη στιγμή που θα του έδειχνα θριαμβευτικά την κούκλα μου και θα του έλεγα: «Πώς γίνεται, κύριε έξυπνε, τα δώρα να τα φέρνουν οι γονείς, αφού εμείς το γράμμα το γράψαμε κρυφά στο σχολείο; Κι αν θες να ξέρεις, άκουσα το καμπανάκι του Αϊ-Βασίλη όταν ήρθε!».

Κάποια στιγμή, ο Κωνσταντίνος εμφανίστηκε ντυμένος όπως ο μπαμπάς του, με καφέ παντελονάκι και πράσινο πουλόβερ. Σηκώθηκα από τη θέση μου, χαμογέλασα και κατευθύνθηκα προς το μέρος του. Δεν είχα προλάβει να φτάσω στη μέση της σάλας, όταν άκουσα τον μπαμπά του να λέει στον δικό μου:
- Τι έπαθες, κυρ-Αντρέα, χθες βράδυ και βάραγες την κουδούνα στο μπαλκόνι νυχτιάτικα; Έθιμο το ‘χετε στα μέρη σου;

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Με τα μάτια του Ήφαιστου

Τη στιγμή που ο Μινώταυρος έπεφτε νεκρός από το σπαθί του Θησέα, είδα στα μάτια του, που έσβηναν, τη λύτρωση. Ο θάνατος δε θα μπορούσε να αποδειχθεί γι’ αυτόν σκληρότερος από την ίδια τη ζωή.

Τον παρακολουθούσα χρόνια. Αυτόν κι άλλους σαν κι αυτόν… κι άλλους σαν εμένα. Δεν είναι εύκολο να είμαι άσχημος και σακάτης, μόνος εγώ απ’ όλους τους θεούς. Την πίκρα μου γι’ αυτό που είμαι, για εκείνο που δεν είμαι, την κάνω θλίψη για πλάσματα περιφρονημένα... Γιατί δεν αρμόζει σ’ έναν θεό να οικτίρει τον εαυτό του.

Μωρό ήταν ακόμα ο Μινώταυρος όταν ο Μίνωας τον έκλεισε στον λαβύρινθο, για να κρύψει την ντροπή που η γυναίκα του, η Πασιφάη, ερωτεύτηκε έναν ταύρο και ζευγάρωσε μαζί του. Δε ζήτησε ποτέ να πιει αίμα ανθρώπου· του το έμαθαν. Πρώτα μόνο αίμα κι ύστερα, καθώς μεγάλωνε, και σάρκα ανθρώπινη. Δεν είχε κάτι άλλο να φάει, τίποτε άλλο να πιει. Σιγά σιγά έγινε το τέρας που έβλεπαν όσοι τον είδαν να γεννιέται.

Άνθρωπος δεν υπήρξε που να βρήκε το κουράγιο να τα βάλει μαζί του. Αφύσικα ψηλός, μπράτσα δυνατά σαν το ατσάλι, πόδια σφιχτά και στέρεα, δύναμη ταύρου. Και δυο παχιά κέρατα, μεγάλα όσο τα χέρια του. Έφτανε να τον αντικρίσει κανείς για να παραδοθεί στο έλεός του. Πολλές φορές αρκούσε μόνο η φωνή του, αυτός ο βρυχηθμός ο βγαλμένος λες από τα έγκατα της γης.

Κι όσο πιο πεινασμένος τόσο πιο αδίστακτος, τόσο πιο ανηλεής. Το ‘ξερε αυτό ο Μίνωας. Γι’ αυτό, κάθε φορά που περίμενε τους νέους της Αθήνας, τον άφηνε μέρες πολλές χωρίς τροφή. Τον έβλεπα τότε να τριγυρνάει τρελαμένος στους διαδρόμους της φυλακής του, να χτυπάει τους τοίχους με τα κέρατά του, με τις γροθιές του, να ματώνει… Αν τα μάτια του ήταν ανθρώπινα, ίσως και να τον έβλεπα να κλαίει…

Τι ήταν, τελικά, περισσότερο; Άνθρωπος; Ζώο; Το σπαθί του Θησέα τον έκοψε ακριβώς εκεί που το κεφάλι του ταύρου έσμιγε με το ανθρώπινο κορμί.