Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Ο άνθρωπος

Ώρες ώρες ϕαντάζομαι τον άνθρωπο να στέκεται σε μια παραλία. Άδεια τελείως, αυτός κι αυτή μονάχα. Κι είναι μικρός, πολύ μικρός, ίσαμε τους κόκκους της άμμου. Κι όσοι οι κόκκοι τόσα και τα ερωτήματα. Όσοι οι κόκκοι τόσες κι οι αναζητήσεις. Κι αυτός μονάχος να παλεύει με έναν ή δύο. Τους άλλους να τους αγνοεί. Και να νομίζει πως ξέρει όλη την αλήθεια.

Νεκρή φύση

Πεζοδρόμιο. Δίπλα του χόρτα, ξερά και χλωρά δίχως διακρίσεις, σκυϕτά από την αδυναμία του κορμιού τους. Από την άλλη η άσϕαλτος. Στις πλάκες του πεζοδρομίου πεταλούδα με ϕτερούγες απλωμένες. Εξαίσια· μα νεκρή. Κι ας λένε τα χρώματά της άλλα.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Ο πόνος

Αργά αργά τα σκοινιά τεντώνονται. Μαζί και τα άκρα. Μοιάζει με το τέντωμα το πρωινό. Όμως η τροχαλία συνεχίζει να γυρίζει. Τα σκοινιά συνεχίζουν να τεντώνονται. Κι ο πόνος αρχίζει…

Μικρός, ανεκτός, ανεπαίσθητος. Πιστεύεις ότι θα τον αντέξεις έτσι αργά που αυξάνεται. Πιστεύεις πως δεν μπορεί, κάπου θα σταματήσει. Μάταια. Οι στριγκλιές των σκοινιών επιμένουν.

Κι ο πόνος αυξάνεται. Τα άκρα τεντώνονται σε όρια άγνωστα για σένα. Ο πόνος αγγίζει όρια άγνωστα για σένα…

Λες: «Μα δε μπορεί. Ο Προκρούστης δεν υπάρχει. ´Η μήπως κάποιοι άλλοι πήραν τη θέση του;». Και οι στριγκλιές των σκοινιών συνεχίζουν…

Έλα

Έλα! Έλα και γείρε πλάι μου. Έλα και γείρε πλάι μου δίπλα στη σπασμένη πόρτα. Στους τοίχους τους ϕθαρμένους. Στο τραπέζι το άδειο. Έλα και γείρε πλάι μου...

Μη στέκεσαι, έλα! Σε περιμένουν. Το σπίτι, το δωμάτιο, το κρεβάτι... Ακόμα και τα δικά μου πράγματα, αυτά που δεν άγγιζες ποτέ, αυτά που δεν ήξερες ότι υπάρχουν, αυτά που δε θέλησες να μάθεις, σε περιμένουν. Έλα!

Μην το διπλοσκέφτεσαι! Έλα! Σε περιμένω στα άσημα σοκάκια, στις άγνωστες πλατείες, στα ανύπαρκτα πεζοδρόμια, όπου βαδίσαμε ποτέ, σε περιμένω…

Έλα! Ράγισε το ξύλο! Σκίσε το χώμα! Έλα!

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Οι αμφιβολίες

«Ααααααααααααα...»

Ο πόνος. Ο πόνος τα παίρνει όλα. Είναι καλύτερα τότε...

«Ααααααααααααα...»

Είναι καλύτερα τότε... Όταν το ράμϕος μού σκίζει τα σωθικά είναι καλύτερα...

«Ααααααααααααα...»

Είναι καλύτερα όταν ο νους μου δεν κατακλύζεται από αμϕιβολίες για το αν άξιζε τελικά...

«Ααααααααααααα...»

Ο Προμηθέας.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Η αντίσταση

Βράχος όμοιος με τον κουβαλητή του κυλάει αργά. Χώμα, χαλίκια γλιστρούν καθώς αδέξια ο βράχος λαξεύει το έδαφος. Ο βράχος κάποιες φορές αντιστέκεται, κάποιες φορές κερδίζει. Κερδίζει κάποια μέτρα, μερικά μόνο, μέχρι ο κουβαλητής να τον σταματήσει και να συνεχίσει πάλι.

Κι όλο ανεβαίνει…

Στην αρχή πιο γρήγορα —το έδαφος είναι ομαλότερο εκεί χαμηλά κι η κούραση μικρότερη—, αργότερα πιο αργά, ολοένα πιο αργά…

Κι όλο ανεβαίνει…

Δεν είναι όμως μονάχα η κλίση και ο κάματος που επιβραδύνουν την πορεία. Είναι κι ο νους. Η τελευταία αντίσταση. Τα χείλη σφίγγονται όχι μόνο από τη δύναμη μα και για να κρύψουν το χαμόγελο.

Κι όλο ανεβαίνει…

Τούτο του 'μεινε μονάχα. Το ξέρει καλά. Να κουβαλήσει όσο το δυνατόν λιγοτερές φορές τον βράχο. Είναι η δική του νίκη.

Κι όλο ανεβαίνει… κι όλο σφίγγει τα χείλη… μέχρι να φτάσει στην κορυφή…

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Εμπιστοσύνη

Ο άνθρωπος. Δεν μπορείς να εμπιστευτείς τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος σπάνια λέει αυτό που σκέϕτεται, σπάνια λέει αυτό που αισθάνεται. Σπάνια ξέρει τι σκέϕτεται, σπάνια ξέρει τι αισθάνεται. Δεν μπορείς να εμπιστευτείς τον άνθρωπο.

Μπορείς να τον γνωρίσεις, να τον συμπαθήσεις, να τον ερωτευτείς, να τον αγαπήσεις — μα δεν μπορείς να τον εμπιστευτείς τον άνθρωπο.

Μπορεί να ζήσει στη ϕτώχεια, απλώς να επιβιώσει, να δημιουργήσει κάτι, να πετύχει απόλυτα, να μείνει στην ιστορία — μα δεν μπορείς να εμπιστευτείς τον άνθρωπο.

Στιγμές πριν χτυπήσει το κουδούνι της πόρτας.

Αλλαγή

Τι είναι ο άνθρωπος; Ο άνθρωπος τολμά αν και ϕοβάται, ο άνθρωπος ϕοβάται και δεν τολμά.

Γιατί τρομάζει; Γιατί τρομάζει αυτός που βίωσε τη χαρά της έμπνευσης, αυτός που χάρηκε τη μοναδικότητα της σκέψης του, αυτός που απόλαυσε τα χαρίσματα του νου του;

Γιατί τρομάζει; Γιατί τρομάζει αυτός που ποτέ του δεν άλλαξε, αυτός που έκανε πάντα τα ίδια, αυτός που αγανακτεί με την υπάρχουσα κατάσταση;

Γιατί τρομάζουν; Γιατί τρομάζει αυτός που τολμά, γιατί τρομάζει αυτός που τον βλέπει;

Όλοι τρομάζουμε…

Ηλικία

Δεν είμαι εδώ για να μιλήσω με την ορμή της νιότης, δεν είμαι εδώ για να μιλήσω με τη σοϕία του γήρατος. Το πρώτο πέρασε, το δεύτερο το περιμένω. Είμαι εδώ για να μιλήσω για μένα.

Πρώτον. Δε θέλω να τα αλλάξω όλα· μόνο αυτά που πρέπει.

Δεύτερον. Δε θέλω να τα διατηρήσω όλα· μόνο αυτά που πρέπει.

Τρίτον. Με πείσμα και με θάρρος να πράξω σύμϕωνα με αυτά που πιστεύω εγώ, όχι σύμϕωνα με αυτά που πιστεύουν οι άλλοι.

Τέταρτον. Να μην παραδώσω στα παιδιά μου μονάχα έργα άλλων.

Αυτό πιστεύω πως είναι το πιο σημαντικό: να ψηλαϕίσουν έργα δικά μου τα χέρια τους…

Ομιλία κάποιου που δεν είναι ούτε νέος ούτε γέρος.

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Λέξεις

Ένα θέλω: να μη με προδώσουν οι λέξεις. Να διαλέξω αυτές που πρέπει, να τις βάλω στη σωστή σειρά. Κι αυτές που θα αφήσω απέξω να μην ανησυχούν. Θα τις διαλέξω κι αυτές σαν πρέπει, θα τις βάλω στη σωστή σειρά. Μόνο να 'ρθει η ώρα τους. Μόνο αυτό ζητάω...

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Η Πλατεία

Πλατεία συνηθισμένη, παρατημένη από καιρό, δίχως εκπλήξεις για τον επισκέπτη. Τη σκεπάζει στεφάνι από δέντρα που προσπάθησαν μα δεν πήραν το ύψος που έπρεπε. Στη μέση παιδική χαρά· δε ζωντανεύει όσο κι αν παίζουν τα παιδιά. Ένας νεαρός στην άκρη του στεφανιού περιμένει. Δεν τον είχα προσέξει, ο ερχομός της κοπέλας με ανάγκασε να τον δω. Η χορογραφία που συνθέτουν τα νεανικά τους σώματα σπάει τη μονοτονία. Ακόμα και τη συννεφιά, που είχε πλακώσει πριν από λίγο, νίκησαν. Για μία στιγμή η πλατεία είδε την Άνοιξη. Ύστερα έφυγαν.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

Εμπειρίες

Δεν έχω εμπειρίες. Δεν έχω ζήσει ζωή πλούσια, με πάθη, μίση, ίντριγκες, δολοπλοκίες. Δεν έχω ταξιδέψει· δεν υπήρχαν λεφτά, μα κι αν υπήρχαν πού να πήγαινα, πού να έβρισκα καλύτερα. Δεν ερωτεύτηκα· δε βρέθηκε γυναίκα να με πείσει να ξυπνάω δίπλα της. Δεν έκανα παιδιά· τις φοβόμουν τις ευθύνες, φοβόμουν τις γυναίκες, φοβόμουν κι αυτά. Δε μέθυσα, δεν ήπια καν κρασί, μόνο στον γάμο του αδερφού μου δοκίμασα λίγο και το έκανα αμέσως στην άκρη. Δεν πήγα με πόρνες, δεν πήρα ναρκωτικά, δεν κάπνισα...

Τώρα προσμένω το τέλος να με πάρει.

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Σκέψεις

Το πατρικό μου σπίτι... Η θάλασσα σχεδόν το γλείφει. Γέρνεις από το μπαλκόνι και βουτάς. Δεν είναι ρηχά· τα νερά βιάζονται να βαθύνουν σ' αυτά τα μέρη. Δεν το αποτόλμησα ποτέ. Φοβόμουν. Μα όχι πια. Είναι το πρώτο πράγμα που θα κάνω... Λίγες μέρες απομένουν ακόμα...

Σκέψεις στρατιώτη λίγο πριν πεθάνει...

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Βόλτα

Η προετοιμασία
Στέκεται απέναντι από τον καθρέφτη. Τα χέρια της, σαν χέρια έμπειρου τεχνίτη, δουλεύουν τις τελευταίες λεπτομέρειες. Θέλει το πρόσωπό της αψεγάδιαστο. Αντάξιο των ρούχων της.


Η βόλτα
Προχωρά στο πεζοδρόμιο, διασχίζει δρόμους, μπαίνει σε μαγαζιά. Το αποτέλεσμα ίδιο: κανείς δεν την κοιτά. Πού και πού κάποιοι παρασύρονται από τα πανάκριβα φτιασίδια, την επιμελή εμφάνιση, μέχρι να την παρατηρήσουν καλύτερα. Αποστροφή.


Η επιστροφή
«Πώς πέρασες;» 
«Καλά...»

Βόλτα γυναίκας

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Ο μονόλογος

Ε, εσύ! Σε σένα μιλάω. Ναι, σε σένα που διαβάζεις την εφημερίδα. Κοίταξε και κάπου αλλού.

(Ακουμπά το μέτωπό του στο τζάμι. Τα χνώτα του αρχίζουν να το υγραίνουν.)

Το ξέρω, έχεις φέρει τον μικρό να παίξει στην πλατεία. Βαριέσαι. Κάθε Σάββατο πρωί τα ίδια... Ο μικρός να παίζει στην πλατεία κι εσύ στην εφημερίδα σου. Άλλο ένα Σάββατο χαμένο.

(Το μέτωπό του μια κυλά ήρεμα και μια τινάζεται, χωρίς όμως να χάνει την επαφή με το παράθυρο. Τα χνώτα αυξάνονται.)

Μα κοίταξε και κάπου αλλού! Εκείνη η κυρία στο διπλανό παγκάκι, δεξιά σου όχι αριστερά σου, δε βαριέται να σε κοιτάει. Δε σε χορταίνει, για την ακρίβεια. Το ξέρω, κι οι δύο άντρες είμαστε, δεν είναι και η ωραιότερη — μα μια ματιά θα μπορούσες να της ρίξεις. Να σπάσει η μονοτονία, ρε αδερφέ! Να αλλάξει κάτι στη ζωή μου... Να ζήσω μέσα από σένα...

Η κάμερα ανεβαίνει αργά προς τα πάνω. Διαγράφεται ένα λιτό, λευκό δωμάτιο με ένα κρεβάτι λευκό κι αυτό. Κάποιος με το μέτωπο ακουμπάει στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου. Φοράει έναν ζουρλομανδύα.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Ο γέρος

Ηλικιωμένος σέρνει τα πόδια του στηριζόμενος στο μπαστούνι του. Καλοντυμένος, κρατά στο άλλο του χέρι μία ανθοδέσμη. Φτάνει στη στάση, αρνείται ευγενικά να καθίσει και περιμένει στωικά. Το χρώμα του ουρανού ταιριάζει με το γκρι κουστούμι του.

Στο λεωφορείο κάθεται. Ακουμπά την ανθοδέσμη με προσοχή στα γόνατά του, ενώ κρατά το μπαστούνι όρθιο στον διάδρομο. Στο βάθος κάποιοι έφηβοι γελούν δυνατά σπάζοντας τη συνηθισμένη σιωπή τού δρομολογίου.

Κατεβαίνει. Σέρνει και πάλι τα πόδια του στηριζόμενος στο μπαστούνι. Στη γωνία σταματά. Σκύβει με δυσκολία κι αφήνει κάτω την ανθοδέσμη. Ανασηκώνεται. Βάζει το χέρι στην τσέπη και ξετυλίγει ένα απόκομμα εφημερίδας. Άνεμος σηκώνεται δυνατός και το αρπάζει. Το απόκομμα φεύγει, πετάει ψηλά κι ο γέρος αποκαμωμένος μένει να το κοιτάει.

«Τι είναι αυτό, Ασπασία; Για δώσ' το μου.»
Η μικρή τρέχει στη μάνα της και το δίνει. Η μάνα ξετυλίγει το απόκομμα και διαβάζει:
«Ασυνείδητος οδηγός παρέσυρε κι εγκατέλειψε ορφανό κορίτσι».